Translate/Μετάφραση

25 Οκτ 2020

Η ΕΠΙΘΕΣΗ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΟΧΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Όταν ο Γερμανός υπουργός των εξωτερικών Ρίμπεντροπ με εντολή του Χίτλερ τηλεφώνησε στον Τσιάνο και του πρότεινε μια άμεση συνάντηση των δυο ηγετών του Άξονα, ο Μουσολίνι υπέδειξε την 28η του Οκτώβρη στη Φλωρεντία. Όταν «ο Γερμανός επισκέπτης του κατήλθεν εκ της αμαξοστοιχίας την πρωίαν της ημέρας εκείνης, τον εχαιρέτησε με τον πώγωνα υψηλά και τους οφθαλμούς αποστράπτονας: «Φύρερ, ευρισκόμεθα εν πορεία! Νικηφόρα ιταλικά στρατεύματα διέβησαν τα ελληνο-αλβανικά σύνορα σήμερον την αυγήν».[1] 

Η Ελλάδα τσάκισε την ιταλική επίθεση και χάλασε τα επεκτατικά σχέδια του Μουσολίνι στη Μεσόγειο. Οι Βρετανοί δεν πίστευαν στη νίκη του ελληνικού στρατού. Ήταν πεπεισμένοι πως οι Ιταλοί θα νικούσαν την Ελλάδα. Ο τότε υπουργός των στρατιωτικών Ήντεν δήλωνε ότι δεν ήταν δυνατή μια αποτελεσματική βοήθεια και έτσι μια ακόμα χώρα θα υπέκυπτε στον Άξονα, παρά τις βρετανικές εγγυήσεις.
Στην πρώτη φάση της αντίστασης κατά του ιταλικού φασισμού η πολιτικοστρατιωτική ηγεσία θα μπορούσε να υποτιμήσει τις μεγάλες πολεμικές αρετές του Έλληνα στρατιώτη, λόγω της υπεροχής της Ιταλίας σε έμψυχο και άψυχο υλικό. Όμως μετά την ανατροπή των Ιταλών, που κατέπληξε όλους τους λαούς τότε- φίλους και εχθρούς της Ελλάδας- η πολιτική ηγεσία της Ελλάδας σε όλη τη διάρκεια του πολέμου στάθηκε μακριά από αυτό το μεγαλείο. Αυτό δείχνουν τουλάχιστον οι διαπραγματεύσεις με τους «σημμάχους» μας Άγγλους για το μεταπολεμικό μέλλον της πατρίδας μας.

Για το ΟΧΙ τις 28 Οκτωβρίου 1940, για το ποιός το είπε, για την ήττα των Ιταλών και την εισβολή των Γερμανών στις 6 Απριλίου, έχουν γραφτεί πολλά και διατυπώθηκαν διάφορες απόψεις και γνώμες για το μεγάλο Έπος του λαού μας ενάντια στον ιταλικό και γερμανικό φασισμό. Λίγο πολύ είναι γνωστά αυτά τα γεγονότα. Πολύς λόγος έγινε και γίνεται για το ΟΧΙ, αν το είπε ο δικτάτορας Μεταξάς, πως δεν μπορούσε να έχει άλλη επιλογή, ότι δε μπορούσε να εναντιωθεί στη διάθεση και τα αισθήματα του λαού, στα πάγια φιλοαγγλικά συμφέροντα και μια σειρά άλλες απόψεις γύρω από το θέμα αυτό. Πολλοί επικαλούνται το δίλημμα του Μεταξά ως προς τα αισθήματα του ελληνικού λαού. Γεννάται όμως το ερώτημα: πόσο κοντά στα αισθήματα του ελληνικού λαού βρέθηκε η αστική παλιοκομματική πολιτική ηγεσία στην κρίσιμη δεκαετία του '40;

Πάντως, όποιος λόγος κι αν ήταν που έκανε το Μεταξά να απορρίψει το ιταμό ιταλικό τηλεσίγραφο, μια είναι η ουσία. Σε μια κρίσιμη στιγμή του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, όταν όλη η Ευρώπη στέναζε κάτω από τη μπότα του Άξονα, ο Μεταξάς τόλμησε να σηκώσει το ανάστημά του ενάντια στον Άξονα και να ενώσει τον ελληνικό λαό σε μια πυγμή. Από τη στιγμή εκείνη όπως γράφει ο Σπ. Λιναρδάτος, ο Μεταξάς βρέθηκε εναρμονισμένος με το λαïκό αίσθημα “εναντίωσης στην ιταλική επιδρομή” και κατά το Γ. Σεφέρη, ο Μεταξάς, “δεν μπόρεσε να καταλάβει ότι η μέρα εκείνη δεν επεκύρωνε, αλλά καταργούσε την 4η Αυγούστου.”[2] 
“Ότι είπε το ΟΧΙ ο μόνος Έλληνας που μπορούσε να πεί το ΝΑΙ”, γράφει ο Γ. Καφαντάρης. Ο Πυρομάγλου πίστευε πως ο Μεταξάς διαχώρισε την τελευταία στιγμή τη θέση του από το φασιστικό καθεστώς που ο ίδιος είχε οικοδομήσει στην Ελλάδα, για να παραμείνει Έλληνας και να συμφιλιωθεί με το λαό.

Μπορούμε να επικρίνουμε τη βασανιστική δικτατορική πολιτική του Ι. Μεταξά ενάντια στους κομμουνιστές με τα πιο μελανά χρώματα, όμως στη δοσμένη ιστορική στιγμή η στάση του ένωσε τον ελληνικό λαό για να γράψει το ηρωικό Έπος πού άλλαξε την πορεία του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Η ιστορία δεν έχει “αν”, δηλαδή αν ζούσε ο Μεταξάς, ποια θα ήταν η στάση του στις παραπέρα εξελίξεις. Έχει όμως σήμερα τη δυνατότητα να κρίνει τη στάση του Μεταξά την κρίσιμη εκείνη στιγμή και τη στάση της πολιτικής ηγεσίας κατά τη διάρκεια της κατοχής, της Αντίστασης και του εμφυλίου πολέμου. Ο δικτάτορας Μεταξάς με το “Λοιπόν, έχουμε πόλεμο;” ένωσε το λαό στο μεγάλο ΟΧΙ. Πίσω όμως από τη μάσκα της δημοκρατίας του “ελεύθερου κόσμου” και του “εθνικοσοσιαλισμού” ο λαός μας γνώρισε πολύ καλά την πολιτική “μας” ηγεσία σε όλη τη δεκαετία του ’40. Στη διάρκεια της κατοχής, της Αντιστασης και του εφυλίου, βλέπουμε πόσο το πολιτικό, οικονομικό, πνευματικό και στρατιωτικό κατεστημένο «υπολόγισε» και «σεβάστηκε»  τα αισθήματα του λαού, τα οποία επικαλούνται πολλοί συγγραφείς. 

Ποια γεγονότα και ποια αίτια προκάλεσαν τις επόμενες εξελίξεις και μας οδήγησαν στον εμφύλιο; Πώς φτάσαμε στον εμφύλιο; Παραποιήθηκαν τα γεγονότα; Παραμένουν άγνωστα στο πλατύ κοινό και σκόπιμα αποσιωπούνται; Γιατί, ύστερα από την πρώτη συμμαχική νίκη κατά του Άξονα που κατέπληξε εχθρούς και φίλους, οδηγηθήκαμε στην αυτοκαταστροφή; Φταίνε  οι ξένοι; Ποιος ο ρόλος της πολιτικής ηγεσίας του τόπου μας, όλων των πολιτικών και ιδεολογικών τάσεων, στην κατοχή και στην Αντίσταση; Μήπως ο ενδοτισμός και η δουλοπρέπεια έθαψαν  τις θυσίες και τις ελπίδες του λαού μας και μας οδήγησαν στο εθνικό μακελειό και την εθνική καταστροφή; Αυτά τα καυτά ερωτήματα θα πρέπει να απαντηθούν και να προκαλέσουν την κριτική και το ενδιαφέρον αυτών που ασχολούνται με το σοβαρό αυτό θέμα που καθόρισε την ιστορική πορεία της χώρας μας μέχρι σήμερα.

«Αν ποτέ η ανθρωπότητα σταθή να ξαναγράψη την ιστορία της, ίσως τότε να βρή τη δικαίωσή του ο αέναος αγώνας ενός λαού που γαντζωμένος στον βράχο π’ονόμασε πατρίδα, αγωνίζεται για μια θέση κάτω απ’τον ήλιο της Ευρώπης…
Αν ποτέ η ιστορία σταθή για να ξαναγράψει την σισυφική προσπάθεια του προδομένου της Ευρώπης, ίσως τότε να βρή τη δικαίωσή της η συγκλονιστική προσπάθεια ενός λαού ρημαγμένου, που μέσα από τα συντρίμμια του έδωσε την ελπίδα.
Αν ποτέ ξαναγραφή η ιστορία της ανοδικής πορείας του που έδωσε την εθνική αντίσταση του 1940-1944, για να ριχθή στα τάρταρα του εμφυλίου πολέμου, ίσως τότε ο λαός μας μπορέσει να κερδίση τις εμπειρίες εκείνες που θα του διαγράψουν ξεκάθαρα τους στόχους της εθνικής ζωής.
Ίσως τότε, μπορέσει να νοιώση χωρίς αμφιβολία, πως πιο πολύ κι’απ’την στρατηγηκή σημασία της χώρας του, περισσότερο κι’απ’τις οικονομικοπολιτικές διεκδικήσεις, τα συμφέροντα των μεγάλων της Γης, εκείνο που δεν το συγχώρεσαν και δεν το συγχωρούν είναι πως κάτω απ’ τον καθαρό ουρανό του τ’ανρώπινο πνεύμα έδωσε τις πιο προοδευτικές, τις πιο ξεκάθαρες κι’αδέσμευτες σκέψεις. Λύσεις στ’ανθρώπινα προβλήματα, τόσο πλατειές που να μην χωρούν στα προκατασκευασμένα, πάνω στα χνάρια της σκοπιμότητας, καλούπια των κοινωνικοπολιτικών συστημάτων».[3]

Οι υπεύθυνοι της εθνικής  τραγωδίας για να απαλλαγούν από τις ευθύνες τους, αλλού προσπαθούν να ρίξουν  τα βάρη. Τη δικτατορία της ολιγαρχίας και την υποταγή στους ξένους, την παρουσιάζουν για αληθινή δημοκρατία!



[1]
William L. Shirer, Η άνοδος και η πτώσις του τρίτου Ράιχ, τ. Γ’ Αθήνα χ.χ. σ.48
[2] Βλ. ο. π. Μ. Γλέζου, σ. 97, Σπ. Λιναρδάτου, Η εξωτερική πολιτική της 4ης Αυγούστου, εκδ. Διάλογος , 1975, σ. 428, Γ. Σεφέρη, Χειρόγραφο Σπτέμβρης 1941, εκδόσεις «Ίκαρος», Αθήνα 1972.
[3] Εφημ. «Τα Νέα», 18-9-1975.